Yiannis Kakouris

μουσκάτ απέναντι

Η ζωή συνεχίζεται, σχεδόν με επιτυχία.

 

Φυσικά αφού είναι ζωή και αφού ακόμα συνεχίζεται αυτό από μόνο του μπορεί να λογιστεί σαν μια κάποια επιτυχία.

 

Το καλοκαίρι πέρασε, ευχάριστα θα έλεγα. Πολύ μπαξές, πολύ βαζάκι, πολύ πισίνα, λίγη θάλασσα δυστυχώς.

 

Πάντως μια φορά που πήγα στη θάλασσα είδα την πιο στρογγυλή χοντρή όλων των εποχών. Δηλαδή ήταν τόσο ομοιόμορφα χοντρή που άνετα νόμιζες πως την είχανε φτιάξει με εφέ ή ακόμα και με φωτοσοπ…χαχα…ωραίο αυτό, να φτιάξεις χοντρή σε φώτοσοπ. Τέλος πάντων. Αυτή η χοντρή λοιπόν ήταν πραγματικά εντυπωσιακή, επαγγελματίας θα έλεγα.

 

Το πιο φοβερό ήταν όμως ότι κάθισε σε μια ξαπλώστρα, δε θυμάμαι όμως αν την είδα να σηκώνεται, και διάβαζε στην ακροθαλασσιά το βιβλίο της με τον εξής εκπληκτικό τίτλο, «ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΝΕΚΡΟΨΙΑΣ». Την άλλη μέρα δε πήγα στη θάλασσα.

 

Η πρώτη μου επαφή με τη γη και τη φροντίδα της ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, σχεδόν τα κατάφερα. Έφτασα σε σημείο να πω κι εγώ αυτό που πάντα άκουγα και δε το καταλάβαινα, «έλα πάρε όσα θες, δε τα μαζεύει κανείς».

 

Τα περισσότερα απογεύματα πέρασαν με αγροτικές εργασίες και αργότερα πάνω από κάτι κατσαρολάρες που πήρα για να φτιάχνω και να αναπτύξω τη τεχνική μου στη σάλτσα ντομάτας. Νομίζω πως έχω φτιάξει τη πιο πολυχρηστική σάλτσα ντομάτας έβερ. Κατάλληλη και για σπαγγέτι και για bloody mary, κατάλληλη και για ντιπάκια και για σάντουιτς, κατάλληλη και για φαγητά φούρνου αλλά και για σούπα. Είναι μια σάλτσα με ντομάτα και βασιλικό, σκόρδο, ζάχαρη, αλάτι και άλλα λοιπά τα οποία στο τέλος δένουν δημιουργώντας ένα μείγμα που μ αρέσει πολύ, ειδικά στα κοκτέιλ.

 

Μετά έπιασα τα τουρσί, τις πίκλες συγκεκριμένα. Οι πραγματικές πίκλες είναι με μουστάρδα. Και πως τις φτιάχνεις? Και πως τις κάνεις τραγανές? Τις βράζεις? Και πόσο καιρό πρέπει να μείνουν? Λίγο κρασί, λίγο πίκλα και το βαζάκι μου, νομίζω τη βρήκα κι εκεί τη συνταγή, θα το μάθουμε σύντομα.

 

Φυσικά όλα αυτά μαζί με τη φροντίδα του χωραφιού ολοκληρώθηκαν με πολύ πολύ δουλειά και μια σειρά από ενσταντανέ χωριάτικης γκάφας με υπογραφή Κακούρη.

 

Μετά το κρέμασμα των καρπουζιών αντί των αγγουριών, το κούρεμα γουλί σε μερικές ντοματιές που είχε ως αποτέλεσα να κατακαούν από τον ήλιο κι εγώ να τις ψεκάζω με αντηλιακό ζητώντας συγχώρεση, ήρθε η ανασκαφή στη ρίζας μια μελιτζανιάς για να βρω τις μελιτζάνες οι οποίες μπάι δε γουέι φυτρώνουν από πάνω, θέες οι μελιτζάνες δε πρέπει να ψάχνω.

 

Τα φασόλια κι ο αρακάς ένα αίνιγμα. Πρώτα απ όλα δε ξαναβάζω, εκεί κέρδισε το lidl. Εκτός του ότι κάνουν ένα φύλλωμα σουπερ πυκνό και δε βλέπεις τι γίνεται, λόγω του φυλλώματος, μέσα εκεί πάνε και κάθονται όλα τα σαυροειδή της περιοχής, σαύρες, σαυράκια, σαυρίδια, ιγκουάνα, πτερόσαυροι κλπ… Και την ώρα που ποτίζεις αμέριμνος και σκεπτόμενος το γιατί συνήθως οι πολύ σωματώδεις άνθρωποι δεν είναι και πολύ έξυπνοι ή το αν μπορείς να πας στο ΚΑΤ με σπασμένο ηθικό, ακούγεται μέσα στα φύλλα ένας ήχος σφυριγμοσυρσίματος και αντιλαμβάνεσαι ότι κάποια μαλακια τρέχει μέσα στα φύλλα την οποία όμως εσύ, ούτε τι μαλακία είναι ξέρεις, ούτε προς τα πού τρέχει μπορείς να καταλάβεις, οπότε ενστικτωδώς κάνεις μερικά βήματα πίσω.

 

Γενικά τα φασόλια και ο αρακάς είναι αφιλόξενα πράγματα. Εκτός αυτού έγινε και κάτι άλλο πολύ περίεργο. Μια μέρα ο αρακάς που ήταν φυτεμένος διπλα διπλα με τα φασόλια άρχισε να παραπαίει. Τα φύλλα λύγιζαν και ξεραίνονταν, το πότισμα δε τον βοηθούσε, μια κιτρινίλα, μια ξεροκατάσταση άρρωστη. Πάει λέω ο αρακάς κάτι έπαθε. Κι επειδή ήταν δίπλα στα φασόλια και για να μην αρρωστήσουν κι αυτά, πήρα τη τσάπα και τον έκανα τον αρακά και τα αρακοφυλλα του σκόνη. Το καθάρισα καλά καλά το κομμάτι κι έμεινε ωραίο χρώμα αφράτο και χωρίς αρακά και τα ψυχολογικά του. Ήρθε και ο Ιβάν και μου λέει, «που είναι Γιάννης ο αρακάς?», του εξήγησα τι έγινε και μου είπε μετά, «μα έτσι γίνεται, ξεραίνεται και πέφτει τα φύλλα κάτου στου χώμα και μετά εσύ πρέπει μαζέψεις. Αχ, Γιάννης πάει ου αρακάς».

 

Οι πιπεριές βγήκαν άπειρες. Μαζέψαμε πολλές φορές. Τι κάναμε τουρσί, τις κάναμε έτοιμες για κατάψυξη για το χειμώνα, τις κάναμε γεμιστά, σπετσοφάι, σαλάτες, με τόνο, τουρλου, ιμάμ, γεμιστές, αγέμιστες, ωμές, ψητές, τηγανιτες…τίποτα…ακόμα είχε. Δώσαμε στον γείτονα, στον γείτονα του γείτονα, στο μπακάλη, στον βενζινά, στον οδηγό του κλαρκ, στον κυριο Τάσο, σ ένα περαστικό…τζίφος.

 

Τώρα όσες έχουν μείνει απλά δε τις μαζεύω και θα τις αφήσω να ξεραθούν για να τις κάνω σκόνη για σούπα ή μπουκοβο. Ε μα, είπαμε…έλεος.

 

Το μεγαλύτερο σοκ το έπαθα με τα αμπέλια. Έχω κλείσει ένα αμπέλι για μένα και θα κάνω το σταφύλι ρακί. Δεν είχα πάει να το δω όμως, ευτυχώς γιατί μπορεί να το κατέστρεφα. Τέλος πάντων πήγα να το δω πρόσφατα. Ξεκίνησε η περιήγηση του τουρίστα από τον Ιβάν φυσικά. «Ιδού γιαννης είναι του καμπερνέ, είναι απού γαλλικό. Αυτού είναι του άλλου, να δεις πως το λεν, μουντέλο σιβινιόν, ιδού είναι απού ιταλία». Βόλτες από εδώ κι από εκεί στο αμπέλι, έπαθα. Ένα τέλειο πράγμα τα σταφύλια.

 

Πιάνεις στο χέρι σου το τσαμπί και αισθάνεσαι πόσο ζεστό είναι από τον ήλιο που έχει απορροφήσει, αισθάνεσαι πόσο ευαίσθητο είναι, λίγο να το κουνήσεις θα φύγουν μερικές ρώγες και πρέπει να το χουφτώσεις καλά με το ένα χέρι και με το άλλο να κόψεις το κοτσάνι και προσεκτικά να το βάλεις στο καλάθι που τα μαζεύουμε.

 

Χωμένος μέσα στα φύλλα να κόβω κάτι σταφυλάκια μικρά μικρά και μαύρα, με κάτι ρώγες σα στολίδια χριστουγεννιάτικα φωνάζω στον ιβαν, που είσαι? «Ιδούυυ στου μουσκάτ απέναντι» μου λέει, και ξαναρωτάω «ρε Ιβάν, κι από πού ποτίζεις? Που είναι το νερό? Δεν είδα σωλήνες». Κι έρχεται η απάντηση του ενός εκατομμυρίου.

 

«Μα γιάννης το αμπέλι δε θέλει νερό…» . Φσσσσσττττ μπόινκ….σοκ.

 

Στα τοιχωματα του μυαλου μου κοπανάνε οι λέξεις του, το αμπέλι δε θέλει νερό… το αμπέλι δε θέλει νερό…το αμπέλι δε θέλει νερό…Έχω μείνει παγωτό κασάτο. Μια απορία που είχα χρόνια κι έλεγα βλέποντας τα σε πλαγιές και χαράδρες, καλά ρε γαμώτο πως στο διάολο τα ποτίζουν εκεί πάνω… το αμπέλι δε θέλει νερό… το αμπέλι δε θέλει νερό… το αμπέλι δε θέλει νερό…Κάνω δέκα λεπτά να συνέλθω κι όταν συνήρθα του είπα «ρε άι παράτα με που δε θέλει το αμπέλι νερό».

 

Εγώ για να μεγαλώσω κάτι αγγουράκια 7,5 εκατοστών έχω φτάσει να κοιμάμαι με τα λάστιχα αγκαλιά μη τυχόν και χάσω κανένα πότισμα κι εσύ μου λες πως έχεις ένα σκασμό αμπέλια που δε τα ποτίζεις? Σχεδόν αγανάκτησα. Τελικά όντως αλήθεια έλεγε.

 

Το αμπέλι δε θέλει νερό. Εντάξει με πέθανες Ιβάν. Πάμε να φύγουμε.

 

Πέρασα το υπόλοιπο απόγευμα ρωτώντας τον βενζινά, τη ταμία στο μάρκετ, τη γυναίκα του Κώστα, τη μάνα μου, έναν κύριο που είδα στο δρόμο «τ αμπέλια ποτίζονται?». Εντάξει μόνο εγώ δεν το ήξερα, έλεος. Σε λίγο να δεις πως θα μου πούνε πως ζούμε σε στρογγυλό πλανήτη. Θυμήθηκα το ανέκδοτο με τον Πόντιο αλεξιπτωτιστή που πέφτοντας κι αφού έχει απογοητευτεί γιατί ούτε το πρώτο αλλά ούτε και το δεύτερο σχοινάκι άνοιξε το αλεξίπτωτο όπως του είχαν πει ότι θα γίνει, εκείνος σκέφτηκε πέφτοντας, να δεις τους ψεύτες που ούτε τα φορτηγά δε θα έχουν στείλει.

 

Μέσα σε όλο το μεγαλείο του να μπλέκεις με τη φύση υπάρχουν φυσικά και οι χειρωνακτικές εργασίες που πρέπει να κάνεις ή αν δε ξέρεις πρέπει να μάθεις για να τις κάνεις. Για αυτές τις χειρωνακτικές εργασίες λοιπόν έχω τα διάφορα εργαλεία που είχα από πριν και όλα όσα πήρα ή μου έδωσαν. Ένα από τα εργαλεία που μου έδωσαν είναι κι ένα μικρό, πολύ σικάτο μαύρο τσεκούρι. Έμαθα να πελεκάω τα ξύλα για να τα κάνω μυτερά, να το καρφώνω στο κορμό, να κόβω ξύλα, δηλαδή όχι ξύλα, κούτσουρα όπως λέμε, κάτι ξυλαράκια μικρά, να σα σπίρτα…αλλα τα έκοβα.

 

Σάββατο μέσημερι λοιπόν και ζέστη πολύ, Αύγουστος. Λείπουν ακόμα και οι μύγες. Εγώ με το τσεκούρι και με ένα σορτς κόβω ξυλα να τα κάνω μυτερά γιατί θέλω να φτιάξω κάτι στο χωράφι. Και έτσι σε μια πολύ αντρουά κατάσταση, πρωτογονέ στυλ, με μια πετσέτα ολη κι ολη για να σκουπίζω τον ιδρώτα που τρέχει πάνω στα rayban, κόβω ξύλα και σκέπτομαι όλους τους παλιούς μου φίλους μου που επειδή με ξέρουν καλά, ξέρουν και πόσο εύκολα μπορώ να χτυπήσω ή να τους χτυπήσω. Το «πρόσεχε μαλάκα», το «καλά μαλάκας είσαι?», «πρόσεχε μη σκοτωθείς», πρόσεχε εκείνο και πρόσεχε το άλλο δεν ήταν αδικαιολόγητα.

 

Άλλωστε πόσοι έχουν βάλει τα χέρια τους πίσω από τη πλάτη χαζεύοντας ένα ωραίο κτήριο, ξεχνώντας όμως πως κρατούν, τους ακροδέκτες μιας μπαταρίας αυτοκινήτου που δουλεύει. Και πόσοι κάνοντας φιγούρες στις γκόμενες του σχολείου με ένα μοτοσακό δίχρονο κοιτούσαν τα βυζιά της Ελένης και χαμογελώντας καρφώθηκαν πάνω στο φιλέ του βόλει…όχι πολλοί φαντάζομαι.

 

Και κόβω τα ξύλα και κρατς και κρουτς και λέω, α ρε να σ έβλεπε τώρα ο Θοδωρος ή ο Πέτρος, ο Μάνος ή ο Γιάννης και να έβλεπαν τι καλά που κόβεις τα ξύλα μ αυτό το τσεκούρι. Εντάξει δεν έκανα και εγχείρηση ανοικτής καρδιάς αλλά για μένα, τον άνθρωπο του πόσο κάνει, ήταν μια δυναμική εξέλιξη. Τα έκοψα τα στοίβαξα και πήγα να τα καρφώσω. Δεν έβρισκα όμως το σφυρί το μεγάλο, που κι αυτό μου το χάρισαν, γιατί τα εργαλεία μου λέει τα ψωνίζω από το jumbo.

 

Σφυρί δε βρήκα κι αποφάσισα να χρησιμοποιήσω για σφυρί το μικρό μαύρο σικάτο τσεκούρι από την ανάποδη. Στις δέκα τσεκουροσφυριές άρχισα να σκέφτομαι το αν εκτός από μητρικές εταιρείες υπάρχουν και πατρικές, αν οι εξωγηίνοι πιστεύουν σ εμάς και ποιά μπορεί να είναι ρίζα του “ξελαμππικάρω”, μου γλίστρησε το μαύρο σικάτο τσεκούρι από το χέρι την ώρα που με δύναμη το κάρφωνα πάνω στο ξύλο και αφού μου ξύρισε τη γάμπα καρφώθηκε δίπλα ακριβώς στο πέλμα, αλλά ευτυχώς όχι επάνω του.

 

Μαζί με τα αίματα που τρέχανε με πιάσανε και τα γέλια.

 

Α ρε Κακούρη λέω, τελικά οι παλιοί σου φίλοι σε ξέρουν καλύτερα.

8/15